καλντερίμι

καλντερίμι
καλντιρίμι τό мостовая

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "καλντερίμι" в других словарях:

  • καλντερίμι — καλντερίμι, το και καλντιρίμι, το (λ. τουρκ.), λιθόστρωτο με ανώμαλη επιφάνεια: Η πόλη αυτή έχει πολλά καλντερίμια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καλντερίμι — και καλντιρίμι, το λιθόστρωτος δρόμος που έχει ακανόνιστες πέτρες και ανώμαλη επιφάνεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. kaldirim, πιθ. αντιδάνειο (< καλή ρύμη)] …   Dictionary of Greek

  • Aradena — Die Brücke nach Aradena, gesehen vom Wanderweg durch die Schlucht Kalderimi durchquert die Schlucht (Blick auf das Dorf) Die Aradena Schlucht ( …   Deutsch Wikipedia

  • Aradena-Schlucht — Die Brücke nach Aradena, gesehen vom Wanderweg durch die Schlucht …   Deutsch Wikipedia

  • Kalderimi — durch die Aradena Schlucht auf Kreta Ein Kalderimi (griechisch καλντερίμι (n. sg.), Mehrzahl Kalderimia) ist ein gepflasterter Saumpfad in Griechenland. Die sorgfältig angelegten Wege sind mindestens 300, wahrscheinlich aber über 1000… …   Deutsch Wikipedia

  • καλδιρίμι — και καλδερίμι και καλντιρίμι και καλντερίμι, το βλ. καλντιρίμι …   Dictionary of Greek

  • λιθόστρωτος — η, ο (AM λιθόστρωτος, ον) ο επιστρωμένος με πέτρες («πρὸς λιθόστρωτον κόρης νυμφεῑον... είσεβαίνομεν», Σοφ.) νεοελλ. το ουδ. ως ουσ. το λιθόστρωτο δρόμος στρωμένος με ακανόνιστες πέτρες, καλντερίμι αρχ. 1. ο επιστρωμένος με ψηφιδωτό ή με μωσαϊκό… …   Dictionary of Greek

  • πετρωτός — ή, ό, Ν 1. κατασκευασμένος με πέτρες («πετρωτό καλντερίμι») 2. πέτρινος, βραχώδης («στα βουνά τα πετρωτά»). [ΕΤΥΜΟΛ. < πέτρα + ωτός (πρβλ. γραμμ ωτός, οδοντ ωτός)] …   Dictionary of Greek

  • caldarâm — CALDARẤM, caldarâmuri, s.n. Pavaj executat cu bolovani, cuburi etc. de piatră sau (în trecut) cu bucăţi de lemn aşezate pe un pat de nisip; p. ext. drum pavat sau asfaltat. – Din tc. kaldırım. Trimis de valeriu, 13.09.2007. Sursa: DEX 98 … …   Dicționar Român

  • γκαλντερίμι — το βλ. καλντερίμι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»